Aristotelis-Aivaliotis-ND

 216 900 4090
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ • ΝΔ • Νότιος Τομέας • Β' Αθηνών

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της κυβέρνησης

Εκτύπωση Email

Κάθε χρόνος που περνάει η ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας μεγαλώνει. Αυτό μας δείχνουν τα πρωτοσέλιδα με τις προκλητικές δηλώσεις Τούρκων επισήμων αλλά και η σταδιακή ανάδειξη όλο και νέων απαιτήσεων, μικρής ή μεγάλης σημασίας από την μεριά της γειτονικής χώρας. 

Και αυτό γίνεται ανεξάρτητα από την κατά καιρούς προσπάθεια να πέσουν οι τόνοι και να οικοδομηθούν μέτρα αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Η εξήγηση βρίσκεται στην εκρηκτική ανάπτυξη της Τουρκίας, ανάπτυξη τόσο πληθυσμιακή όσο και οικονομική. Τα παράλια της Τουρκίας που βρέχονται από το Αιγαίο, έρημα σχεδόν μετά την αποχώρηση των Ελλήνων πριν 100 χρόνια, έχουν τώρα σχεδόν τον πληθυσμό της Ελλάδας, δέκα εκατομμύρια, ενώ συνολικά η Τουρκία θα πλησιάσει σύντομα τα 100 εκατομμύρια. Το οικονομικό δυναμικό της, ίσο με το δικό μας πριν 17 χρόνια, είναι σήμερα 4 φορές μεγαλύτερο.

Ο συνδυασμός των δογμάτων της «Οθωμανικής ενδοχώρας» και της πρόσφατης «μπλε πατρίδας», της προέκτασης προς τις θάλασσες, αντικατοπτρίζει την όλο και μεγαλύτερη φιλοδοξία της Τουρκίας να προβάλλει ισχύ και επιρροή σε μεγαλύτερη ακτίνα από τα σημερινά σύνορα της. Αυτό έχει σαν συνέπεια τις διαρκώς μεγαλύτερες απαιτήσεις της προς τους γείτονες της. Η Συρία το γνωρίζει ήδη καλά.

Με την Τουρκία έχουμε αρκετά ανοιχτά θέματα. Εκτός από το Κυπριακό εκκρεμεί το θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας (και της συνδεόμενης με το θέμα αυτό ΑΟΖ) στο Αιγαίο. Χωρίς την λύση αυτής της εκκρεμότητας δεν μπορεί να προχωρήσει η εκμετάλλευση των πιθανών ενεργειακών πόρων που βρίσκονται εκεί.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις μέχρι σήμερα κινούνταν ανάμεσα στην παραπομπή στην διεθνή διαιτησία και την ακινησία στις σχέσεις με την γείτονα. Η Τουρκία από την άλλη αρνείται την διαιτησία και επιδιώκει να λυθούν τα ζητήματα με διμερείς διαπραγματεύσεις. Όπου θα προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει την ασυμμετρία ισχύος μεταξύ μας, εις βάρος μας.
Οι ελληνικές κυβερνήσεις μέχρι σήμερα αρνούνταν να προχωρήσουν σε απευθείας διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, καθώς γνωρίζουν καλά ότι κάτι τέτοιο δεν θα μας βγει σε καλό. Στο μεταξύ, όσο προχωρούν τα χρόνια η ασυμμετρία ισχύος μεγαλώνει, εις βάρος μας.

Αυτή η παράδοση δείχνει να εγκαταλείπεται με την κυβέρνηση Τσίπρα. Η κυβέρνηση υποτιμά την συνολική Τουρκική στρατηγική και ακολουθεί την γραμμή που έδειξε και στο Μακεδονικό. Μυστική διπλωματία, αναγνώριση εκ των προτέρων των «δικαιωμάτων» της άλλης πλευράς, επιδίωξη για συζήτηση των θεμάτων σε διμερείς επαφές, αυτό ακριβώς που η Τουρκία επιδιώκει.

Δεν είναι το θέμα αν η Τουρκία έχει δικαιώματα, γενικώς, (που ασφαλώς έχει) αλλά αν έχει έλθει η ώρα, και ιδίως αν πρέπει μόνοι μας, να μιλήσουμε για αυτά. Και κυρίως αν μπορούν αυτά τα δικαιώματα να οριστούν δίκαια με διαπραγματεύσεις μεταξύ μας.

Προϋπόθεση πρώτη θα ήταν να έχουμε συμφωνήσει όλοι μας μια γενικά αποδεκτή γραμμή για τον διάλογο με την Τουρκία. Κυρίως για το ποια είναι τα ανοιχτά θέματα. Προϋπόθεση δεύτερη να πάμε σε έναν τέτοιο διάλογο "με τον κηδεμόνα μας", δηλαδή αξιοποιώντας τις διεθνείς συμμαχίες μας, με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, αφού εκεί εξ ορισμού, λόγω της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και των τριβών που έχει προκαλέσει η Τουρκική προέκταση ισχύος στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, είμαστε ισχυρότεροι. Αυτή είναι και η λογική της διεθνούς διαιτησίας για το ζήτημα, αν και όποτε αποφασίσουμε να λυθεί.

Μέχρι τότε δεν μπορούμε εμείς να μιλάμε για "δικαιώματα" της Τουρκίας. Η γλώσσα της διεθνούς διπλωματίας είναι διαφορετική από αυτήν που χρησιμοποιούμε στα καφενεία.

Οι αυταπάτες της κυβέρνησης Τσίπρα αποδείχθηκαν επικίνδυνες στην οικονομία. Είναι όμως πολύ πιο επικίνδυνες στην εξωτερική πολιτική. Όπως απέδειξε και στο Μακεδονικό η κυβέρνηση αυτή κινείται με άξονα παλιές ιδεολογικές εμμονές που έρχονται από βαθιά στο παρελθόν. Αν με τις Πρέσπες δικαίωσε τους Σλαβομακεδόνες πολεμιστές του ελληνικού εμφυλίου, στα ελληνοτουρκικά κινδυνεύουμε να ανασύρει ακόμα πιο παλιά φαντάσματα, ποιος ξέρει, ίσως ακόμα και εκείνα της συνομοσπονδίας μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο διάλογος με την Τουρκία είναι μία διαρκής και αναγκαστική διαδικασία, στην οποία πρέπει να χρησιμοποιούμε πάντοτε τις συμμαχίες μας για να ισορροπήσουμε την Τουρκική φιλοδοξία και ισχύ. Η επικίνδυνη όμως κυβέρνηση Τσίπρα, με την μονομέρεια και την ιδεοληψία της, είναι ακατάλληλη για να τον διεξαγάγει.

Και χρειάζεται να προσέξουμε λίγο και την δική μας ισχύ. Που ξεκινάει από μια επανεκκίνηση της οικονομίας μας, την προσέλκυση επενδύσεων και έναν νέο κύκλο ανάπτυξης.

Ελπίζουμε εν τω μεταξύ η κυβέρνηση να μην προλάβει να κάνει καμιά μεγάλη ζημιά.

* Δημοσιεύθηκε στον έντυπο Ελεύθερο Τύπο, 30/03/2019.

 

Κυβέρνηση Ελλάδα Τουρκία Διπλωματία

Εγγραφείτε στη λίστα για να μαθαίνετε τα νέα μας